Εικόνες του θεάματος μιας αντι-εξέγερσης | Ένα σχόλιο με αφορμή τα ρατσιστικά επεισόδια στο Μπέλφαστ

Την ταινία αυτή την έχουμε ξαναδεί. Αρκετές είναι οι ομοιότητες της κρίσης στο Μπέλφαστ, όπου έχουν ξεσπάσει βίαια αντιμεταναστευτικά επεισόδια, με την εξάπλωση του αντισημιτισμού στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη σήμερα, αν και, όπως συνηθίζουμε να τονίζουμε, υπάρχουν και σημαντικές ιστορικές και θεωρητικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φαινόμενα, του ρατσισμού και του αντισημιτισμού.

Οι αντιμεταναστευτικές διαδηλώσεις στο Μπέλφαστ είναι μια ακόμη υπενθύμιση ότι, σε περιόδους βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και κοινωνικής αποσύνθεσης, η κυρίαρχη ιδεολογία σπρώχνει την κοινωνική δυσαρέσκεια μακριά από τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις εκμετάλλευσης και τον ταξικό ανταγωνισμό προς φαντασιακούς εχθρούς. Ο μετανάστης είναι μια ακόμη φετιχοποιημένη μορφή πάνω στην οποία προβάλλονται οι αντιφάσεις που παράγει το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Η λειτουργία του ρατσισμού είναι η παραγωγή μίσους από μια φαντασιακά ομογενοποιημένη κοινότητα απέναντι στον «άλλο», αλλά και μια ακόμα όψη της ιδεολογικής διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης: μετατρέπει την αδυναμία κατανόησης των αφηρημένων και απρόσωπων μορφών κυριαρχίας, των βασικών κατηγοριών της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας σε μια ψευδο-συγκεκριμένη εξήγηση, προσωποποιώντας την κρίση σε ορατές κοινωνικές ομάδες. Οι εκδηλώσεις του ρατσισμού είναι μια μορφή ψευδούς συνείδησης, η οποία δεν αμφισβητεί τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, αλλά, αντίθετα, συμβάλλει στην αναπαραγωγή τους μέσα από την κατασκευή αποδιοπομπαίων τράγων.

Μια τέτοια εκτροπή έχει διπλά οφέλη για το Κεφάλαιο. Από τη μία διοχετεύεται η δυσαρέσκεια σε έναν αδύναμο κρίκο της εργατικής τάξης και από την άλλη εξασφαλίζεται η φθηνή, υποτιμημένη εργατική δύναμη των μεταναστών μέσω του τρόμου και του εκβιασμού που τρέφει ο ρατσισμός. Βέβαια, στο στόχαστρο δεν είναι μόνο αυτοί που δεν έχουν να χάσουν τίποτα άλλο πέρα από τις αλυσίδες τους, αλλά και εκείνο το στρώμα των μεταναστών ιδιοκτητών μικρομάγαζων στις μητροπόλεις, που έτσι κι αλλιώς είναι θέμα χρόνου να επιστρέψει και πάλι στις τάξεις του προλεταριάτου.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι αυτές οι ρατσιστικές εκδηλώσεις εμφανίζονται με ιδιαίτερη ένταση σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις, εκεί όπου συμπυκνώνονται με τον πιο οξύ τρόπο οι αντιφάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού. Η στεγαστική κρίση, η διάλυση του κοινωνικού κράτους, η επισφάλεια της εργασίας, η εξατομίκευση και η γενικευμένη αίσθηση κοινωνικής ανασφάλειας δημιουργούν μια εκρηκτική κατάσταση.

Η σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη μετατρέπεται έτσι σε έναν χώρο όπου συνυπάρχουν η τεχνολογική πρόοδος, ο πλούτος και η εξαθλίωση, και σε τελική ανάλυση εκεί που οι ταξικές διαφορές είναι τεράστιες. Αυτό ακριβώς είναι το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η Νέα Ακροδεξιά: όχι ως ένα εξωτερικό σώμα απέναντι στην κρίση της νεωτερικότητας, αλλά ως ένα από τα ιδεολογικά προϊόντα των αντιφάσεων της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Εκεί όπου η κοινωνική δυστυχία δεν μετασχηματίζεται σε ταξική συνείδηση και συλλογική χειραφετητική πρακτική, μετατρέπεται σε μίσος απέναντι στον ευάλωτο «άλλο».

Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η διαλεκτική της βαρβαρότητας μέσα στον ίδιο τον νεωτερικό αστικό πολιτισμό: η συνθήκη που παράγει μαζικά ανασφαλή και απομονωμένα υποκείμενα, αντί να οδηγεί αναγκαστικά σε μια χειραφετητική συνείδηση, μπορεί να γεννήσει μορφές ανορθολογισμού που στρέφουν την οργή των από κάτω όχι προς τις κοινωνικές σχέσεις που τους υποτάσσουν, αλλά προς ακόμη πιο αδύναμες ομάδες.

Ο μετανάστης κατασκευάζεται από την καπιταλιστική εξουσία ως μια φαντασιακή μορφή που υποτίθεται ότι ευθύνεται για την ανεργία, την εγκληματικότητα, τη φτωχοποίηση, την έλλειψη στέγης ή την υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών πρόνοιας. Η κοινωνική κρίση δεν γίνεται αντιληπτή ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή αποτέλεσμα των αντιφάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της επίθεσης του Κεφαλαίου απέναντι στην εργασία, αλλά προσωποποιείται σε μια πιο αδύναμη κοινωνική ομάδα, η οποία παίρνει τη μορφή του άμεσου και ορατού «ενόχου».

Βέβαια, αυτές οι διαπιστώσεις δεν θα πρέπει να μας οδηγήσουν σε μια «αγιοποίηση συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού», ούτε να φορέσουμε φωτοστέφανο σε κανέναν, όπως άλλωστε κάνουν διάφοροι, δίχως να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις πραγματικές κοινωνικές συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο, επανέρχεται μια άλλη μορφή ρατσισμού, όπου οι μετανάστες κατοικούν ως «κατοικίδια» στα γυάλινα παλάτια της Ιδεολογίας.

Εκτιμούμε ότι όντως, σε πολλές περιπτώσεις, υπάρχει δυσκολία ενσωμάτωσης συγκεκριμένων μεταναστευτικών ομάδων. Όντως, σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η παρακμή, όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού αναπτύσσουν σχέσεις με την οικονομία του εγκλήματος, και αυτό αφορά και συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες μεταναστών. Σίγουρα επικρατούν αντιδραστικές, αντιφεμινιστικές και άλλες αντιλήψεις και πρακτικές, με όσα αυτό συνεπάγεται. Όπως και σε άλλες ομάδες του πληθυσμού, έτσι και εκεί αναπαράγονται αντιδραστικές ιδέες. Η πολιτική στήριξη στις ομάδες αυτές πρέπει να γίνεται από την σκοπιά των υλικών συνθηκών που επιβάλλει το Κεφάλαιο στην ζωή τους και όχι για τις ιδέες τους, που αντικειμενικά άλλωστε ποικίλουν. Αυτό όμως είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα που επιβάλλεται να επανέλθουμε.

Η περίφημη «ενσωμάτωση» απαιτεί πολύ περισσότερα από αυτά που είναι διατεθειμένο να προσφέρει το αστικό κράτος. Αυτό από μόνο του γεννά προβλήματα τα οποία οι ρατσιστές επιρρίπτουν στους μετανάστες.

Ο επίσημος «αντιρατσιστικός λόγος» του αστικού κράτους και των πολιτικών των ταυτοτήτων δεν μπορεί παρά να αποσιωπά τις πραγματικές αιτίες υπαρκτών προβληματικών καταστάσεων που συνοδεύουν την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Η ειλικρινής και σοβαρή αντιμετώπισή τους θα ήταν υποχρεωμένη να αναδείξει τις αποτυχίες του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος να εξασφαλίσει την υποσχόμενη κοινωνική ευημερία για όλους.

Αντί αυτού, επιλέγεται μια πολιτική «εκ των υστέρων» παρεμβάσεων, όπως η πολιτική των «θετικών διακρίσεων» και η προώθηση μιας κουλτούρας πολιτικής ορθότητας, λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας τόσο των ατόμων όσο και των κρατικών δομών. Ασφαλώς, τα τελευταία είναι αναπόφευκτο να αποτυγχάνουν, με αποτέλεσμα οι προβληματικές καταστάσεις να επανεμφανίζονται με μεγαλύτερη οξύτητα και να βρίσκει πρόσφορο έδαφος ο ρατσισμός, ο οποίος στιγματίζει τις περιθωριοποιημένες και κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες ως υπαίτιες αυτών των προβλημάτων.

Υπό αυτή την έννοια, ο αστικός αντιρατσισμός και ο ρατσισμός συγκλίνουν στην αποσιώπηση των αποτυχιών του κοινωνικού συστήματος ως γενεσιουργού αιτίας μιας σειράς κοινωνικών προβλημάτων. Η περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας και των γεγονότων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Από την άλλη, μέσα από αυτή τη διαδικασία, η εργατική τάξη διασπάται και κατακερματίζεται εσωτερικά. Αντί η κοινή εμπειρία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης να μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας καθολικής ταξικής συνείδησης, παράγονται τεχνητές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε ντόπιους και μετανάστες εργάτες, ανάμεσα στους «άξιους» και τους «ανάξιους» φτωχούς. Η παλιά αστική στρατηγική του divide et impera αποκτά μια νέα μορφή: η οργή της εκμεταλλευόμενης τάξης δεν στρέφεται προς τις κοινωνικές σχέσεις που παράγουν την εξαθλίωσή της, αλλά ανακατευθύνεται οριζόντια προς άλλες κοινωνικές κατηγορίες των καταπιεσμένων. Σε αυτή την συνθήκη έχει συμβάλει πολύ η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος και η απουσία μιας πραγματικής ταξικής αντιπολίτευσης.

Αυτό λοιπόν αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιδεολογικές λειτουργίες της Νέας Ακροδεξιάς και του ρατσισμού στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Είναι ένας μηχανισμός διαχείρισης της κρίσης που εμποδίζει τη συγκρότηση ενός συλλογικού ανταγωνιστικού ταξικού κινήματος. Οι μορφές του σύγχρονου ανορθολογισμού δείχνουν ότι η κοινωνική οδύνη τείνει να μετατρέπεται σε βαρβαρότητα όταν δεν κατορθώνει να αναγνωρίσει τις πραγματικές μορφές της εκμετάλλευσης και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ο ντόπιος και ο μετανάστης εργάτης (αν και μια σημαντική διαφορά είναι ότι ο δεύτερος δεν έχει τα ίδια χαρτιά και εξαρτάται από άδειες παραμονής), μοιράζονται από κοινού την επισφάλεια, την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης στην εργασία και την ανασφάλεια απέναντι στις επιταγές της αγοράς, εμφανίζονται ως αντίπαλοι. Έτσι, η καπιταλιστική κοινωνία με το «διαίρει και βασίλευε» κατορθώνει να μετασχηματίζει την κοινή εμπειρία της υποταγής σε αμοιβαία εχθρότητα ανάμεσα στους ίδιους τους υποτελείς, αναπαράγοντας την κυριαρχία της ακριβώς μέσα από τον διχασμό εκείνων που έχουν αντικειμενικό συμφέρον να την αμφισβητήσουν και τελικά να την ανατρέψουν.

Απέναντι σε αυτή τη βαρβαρότητα της κοινωνικής αποσύνθεσης, του ρατσιστικού κατακερματισμού και της ιδεολογικής διαχείρισης της κρίσης, η πραγματική εναλλακτική δεν μπορεί να είναι η επιστροφή σε κάποια φαντασιακή εθνική λαϊκή ενότητα, ούτε κάποια σοσιαλδημοκρατική αυταπάτη περί μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής του καπιταλισμού (Νέου Κοινωνικού Συμβολαίου), όπως προτείνουν διάφοροι τύπου Βαρουφάκη ή Τσίπρα, ούτε η αναζήτηση νέων αποδιοπομπαίων τράγων, αλλά η οικοδόμηση μιας κομμουνιστικής πολιτικής που θα επαναφέρει στο προσκήνιο την κριτική της καπιταλιστικής ολότητας.

Μια πολιτική που θα συνδέει αδιαχώριστα τη θεωρία με την πρακτική, την κριτική κατανόηση των μορφών κυριαρχίας με την οικοδόμηση πραγματικών σχέσεων αλληλεγγύης και ταξικού ανταγωνισμού. Μόνο μέσα από την επανασυγκρότηση ενός διεθνιστικού κομμουνιστικού κινήματος μπορεί να σπάσει ο κατακερματισμός που επιβάλλει το Κεφάλαιο, μετατρέποντας την κοινή εμπειρία της εκμετάλλευσης όχι σε αμοιβαίο μίσος ανάμεσα στους καταπιεσμένους, αλλά σε συνειδητή συλλογική δύναμη, ικανή να αμφισβητήσει και τελικά να υπερβεί τις κοινωνικές σχέσεις που γεννούν τόσο την εξαθλίωση και την περιθωριοποίηση όσο και τις ιδεολογικές μορφές της σημερινής βαρβαρότητας.

Να γίνουμε η συνειδητή άρνηση της συμφιλίωσης με έναν κόσμο που παρουσιάζει τη βαρβαρότητα ως φυσική κατάσταση.

κείμενο κάποιων μελών του Shades Aufbau

Related posts